ἀμαιμάκετος

ἀμαιμάκετος, (), -ον
Grammatical information: adj.
Meaning: Homeric epithet of unknown meaning (Il.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. For connections with μακρός, μαιμάω, μάχομαι, prob. all to be rejected, s. Bechtel Lex., Debrunner GGA 1910, 12). - One might think of a Pre-Greek word, *a-mai-mak-eto- (with proth. vowel, redupl.)?
Page in Frisk: 1,84

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμαιμάκετος — ἀμαιμάκετος, η, ον και ος, ον (Α) (επική λέξη, σε χρήση και στους λυρικούς) ισχυρός, ακατάσχετος, ασυγκράτητος, φοβερός. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη ποιητική, ιδιαίτερα εκφραστική, που χρησιμοποιήθηκε ήδη στα ομηρικά έπη για να χαρακτηρίσει τη Χίμαιρα… …   Dictionary of Greek

  • ἀμαιμάκετος — irresistible masc nom sg ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμάκετον — ἀμαιμάκετος irresistible masc acc sg ἀμαιμάκετος irresistible neut nom/voc/acc sg ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem acc sg ἀμαιμάκετος irresistible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτων — ἀμαιμάκετος irresistible fem gen pl ἀμαιμάκετος irresistible masc/neut gen pl ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτοιο — ἀμαιμάκετος irresistible masc/neut gen sg (epic) ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτοις — ἀμαιμάκετος irresistible masc/neut dat pl ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτοισιν — ἀμαιμάκετος irresistible masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτου — ἀμαιμάκετος irresistible masc/neut gen sg ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτους — ἀμαιμάκετος irresistible masc acc pl ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμακέτῳ — ἀμαιμάκετος irresistible masc/neut dat sg ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμαιμάκετοι — ἀμαιμάκετος irresistible masc nom/voc pl ἀμαιμάκετος irresistible masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.